| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Δευτέρα, 00:01 - 22/12/2025

                       

 

 

 

Τις τελευταίες εβδομάδες, οι εικόνες από τρακτέρ που παρατάσσονται σε εθνικούς δρόμους και πλατείες έχουν επιστρέψει δυναμικά στη δημόσια σφαίρα. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν αποτελούν μια συγκυριακή αντίδραση, ούτε ένα μεμονωμένο ξέσπασμα. Είναι το αποτέλεσμα χρόνιων πιέσεων, διαρθρωτικών αδυναμιών και ενός μοντέλου αγροτικής παραγωγής που δυσκολεύεται να παραμείνει βιώσιμο μέσα σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο οικονομικό, κλιματικό και τεχνολογικό περιβάλλον.

Οι λόγοι για τους οποίους οι αγρότες κατεβαίνουν στους δρόμους είναι πολλοί, αλληλένδετοι και βαθύτατα δομικοί. Η δημόσια συζήτηση συχνά απλουστεύει τα αιτήματα, ωστόσο μια προσεκτική ανάλυση δείχνει ότι οι κινητοποιήσεις αντανακλούν μια βαθιά κρίση του πρωτογενούς τομέα.

 

Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο αίτιο αφορά τη διεύρυνση του κόστους παραγωγής. Το αγροτικό πετρέλαιο, οι τιμές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και οι ζωοτροφές έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια με ρυθμούς που συχνά υπερβαίνουν τη δυνατότητα απορρόφησης από τους παραγωγούς. Την ίδια στιγμή, οι τιμές πώλησης των προϊόντων παραμένουν χαμηλές. Στην πράξη, ο παραγωγός βλέπει ότι από την τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στο ράφι, μόνο ένα μικρό ποσοστό επιστρέφει σε εκείνον. Το σημερινό μοντέλο εμπορίας, με πολλαπλούς μεσάζοντες και αδιαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, λειτουργεί σε βάρος τους καθώς συχνά βρίσκονται στη λιγότερο προνομιούχα θέση μέσα στην παραγωγική αλυσίδα.

Παράλληλα, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική εισάγει αυστηρότερες περιβαλλοντικές και κλιματικές υποχρεώσεις. Αν και αυτές οι αλλαγές έχουν θετικό πρόσημο για τη βιωσιμότητα, πολλοί παραγωγοί φοβούνται ότι οι κανόνες είναι δυσανάλογοι για μικρές αγροτικές μονάδες.

Οι πρόσφατες πλημμύρες στη Θεσσαλία και η αύξηση ακραίων καιρικών φαινομένων έχουν καταστήσει την αγροτική παραγωγή πιο ασταθή. Οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και ο τρόπος υπολογισμού των ζημιών δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια.

Αν συνυπολογίσουμε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την ευλογιά των αιγοπροβάτων που οδήγησε σε μαζικές θανατώσεις ζώων είναι εύκολο να αντιληφθούμε τις πολλαπλές πιέσεις που δέχεται ο Έλληνας αγρότης για την οικονομική βιωσιμότητα των δραστηριοτήτων του.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κερδίζει έδαφος η ιδέα μιας εθνικής ψηφιακής πλατφόρμας μέσω της οποίας οι παραγωγοί θα μπορούν να πωλούν τα προϊόντα τους απευθείας στους καταναλωτές. Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν είναι απλώς τεχνολογική· είναι βαθιά μεταρρυθμιστική.

Χωρίς μεσάζοντες, ο αγρότης μπορεί να λάβει μεγαλύτερο μέρος από την τελική τιμή. Η πλατφόρμα μπορεί να ενισχύσει την προσβασιμότητα σε αστικές αγορές, να επιτρέψει τη διάθεση προϊόντων σε υψηλότερη τιμή για premium ποιότητες και να διευκολύνει μικρές εκμεταλλεύσεις να αποκτήσουν δικό τους κανάλι πώλησης.

Μέσω συστημάτων ιχνηλασιμότητας, ψηφιακής πιστοποίησης και αξιολογήσεων, οι καταναλωτές μπορούν να γνωρίζουν ακριβώς την προέλευση και την ποιότητα των προϊόντων, με διαφάνεια και αξιοπιστία.

Οι καταναλωτές αποκτούν έτσι άμεση σχέση με τον παραγωγό «χτίζοντας» μία εποικοδομητική σχέση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια τάση που αναπτύσσεται διεθνώς μέσα από μοντέλα farm-to-table και local sourcing που συναντάμε σε χώρες της βόρειας Ευρώπης (π.χ. Δανία, Ολλανδία), στην Αυστραλία και τη βόρεια Αμερική.

Βέβαια, υπάρχουν βασικές προϋποθέσεις ώστε μία τέτοια πρωτοβουλία να είναι επιτυχημένη.

Η μεταφορά φρέσκων προϊόντων απαιτεί υποδομές διατήρησης συγκεκριμένης θερμοκρασίας, αξιόπιστες εταιρείες διανομής και γρήγορη παράδοση. Αν η πλατφόρμα δεν μπορεί να εγγυηθεί ποιότητα και ταχύτητα, δεν θα είναι ελκυστική. 

Η επιτυχία τούτου το εγχειρήματος εξαρτάται από την εμπιστοσύνη. Απαιτούνται μηχανισμοί ελέγχου ποιότητας, συνεργασία με γεωπόνους, διαφανείς διαδικασίες και σύστημα αξιολόγησης.

Βασικό ζητούμενο είναι επίσης η πλατφόρμα να είναι οικονομικά συμφέρουσα για τους παραγωγούς (χαμηλές προμήθειες), αλλά και ελκυστική για τους καταναλωτές (ανταγωνιστικές τιμές). Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι, επομένως, το ιδιοκτησιακό της καθεστώς της πλατφόρμας που θα διασφαλίσει αυτή την ισορροπία.  

Τα αμιγώς ιδιωτικά μοντέλα έχουν την ταχύτητα, την τεχνολογική επάρκεια και την επιχειρησιακή ευελιξία για να αναπτύξουν μια σύγχρονη πλατφόρμα, αλλά συχνά δημιουργούν καχυποψία στους παραγωγούς λόγω φόβων για υψηλές προμήθειες ή μονοπωλιακές πρακτικές. Από την άλλη πλευρά, ένα συνεταιριστικό μοντέλο, όπου οι παραγωγοί είναι οι ιδιοκτήτες, μπορεί να διασφαλίσει εμπιστοσύνη και χαμηλό κόστος, αλλά συνήθως στερείται των ψηφιακών δεξιοτήτων και της επενδυτικής δυναμικής που απαιτεί μια τέτοια υποδομή. Τέλος, μια καθαρά κρατική πλατφόρμα προσφέρει θεσμική εγγύηση, αλλά κινδυνεύει να παγιδευτεί σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, αργή ανάπτυξη και έλλειψη καινοτομίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η βέλτιστη λύση φαίνεται να είναι ένα μικτό μοντέλο ιδιοκτησίας, όπου παραγωγοί, ιδιωτικός τομέας και κράτος συνεισφέρουν από κοινού στη λειτουργία και τη διακυβέρνηση. Ένα τέτοιο σχήμα συνδυάζει την τεχνογνωσία και την ευελιξία της αγοράς, την αξιοπιστία και τις εγγυήσεις του δημόσιου τομέα, και τη συμμετοχή των παραγωγών που εξασφαλίζει δέσμευση και εμπιστοσύνη. Μια ενδεδειγμένη κατανομή θα μπορούσε να είναι: 40% στους παραγωγούς και συνεταιρισμούς, 40% σε έναν τεχνολογικό ιδιωτικό φορέα που θα αναλάβει την ανάπτυξη και τη συντήρηση της πλατφόρμας, και 20% στο κράτος με ρόλο ρυθμιστή και εγγυητή διαφάνειας. Ένα τέτοιο ιδιοκτησιακό μοντέλο αυξάνει τις πιθανότητες η πλατφόρμα να είναι οικονομικά βιώσιμη, τεχνολογικά σύγχρονη και κοινωνικά αποδεκτή.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις αντικατοπτρίζουν ένα μοντέλο παραγωγής που βρίσκεται υπό πίεση από κάθε πλευρά: οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική. Μια ψηφιακή πλατφόρμα άμεσης διάθεσης αγροτικών προϊόντων δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος, τη διαφάνεια στην αγορά και τη σύνδεση παραγωγού-καταναλωτή.

Η επιτυχία της, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από σοβαρό σχεδιασμό, επενδύσεις σε logistics, συστηματική εκπαίδευση και εμπιστοσύνη. Αν αυτά εξασφαλιστούν, τότε η Ελλάδα μπορεί να κάνει ένα σημαντικό βήμα προς μια πιο δίκαιη, σύγχρονη και βιώσιμη αγροτική οικονομία—μια οικονομία στην οποία ο παραγωγός δεν θα χρειάζεται να διαδηλώνει στους δρόμους για να διεκδικήσει το αυτονόητο: το δικαίωμα στην αξιοπρεπή εργασία και στο δίκαιο εισόδημα.

* Ο Γεώργιος Πετρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια. Είναι επίσης επιστημονικός συνεργάτης στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης (Μ.Ι.Τ.) και το πανεπιστημίο Στάνφορντ. Η Έρευνά του εστιάζει στην ψηφιακή οικονομία, την λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών, στη τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της εργασίας καθώς και στις πολιτικές ανταγωνισμού των αγορών.

Πρώτη δημοσίευση στο Money Review

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum